Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Ποια Ελένη;


Ο Θανάσης σκεφτόταν. Ήθελε να βρει την Ελένη. Σκεφτόταν. Για τον έρωτα. Για το σεξ. Για τον καπιταλισμό. Για την αστυνομική λογοτεχνία στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα μέχρι την προηγούμενη δεκαετία δεν υπήρχε αστυνομική λογοτεχνία παρότι υπήρχε οργανωμένος υπόκοσμος. Ο Τσιφόρος και ο Πετρόπουλος το βεβαιώνουν. Δεν υπήρχε παρά ο Μπέκας και κάποιοι που έκαναν έρευνες σε εγκλήματα που έκαναν πλούσιοι. Όσο για τα εγκλήματα του λαού. Τους έλιωναν στο ξύλο στην ανάκριση και τα έλεγαν όλα. Ποια έρευνα; Γιατί να κάνουν έρευνα; Πως να υπάρξει έτσι αστυνομικό μυθιστόρημα; Σε δυο σελίδες θα λυνόταν το έγκλημα. Δυο σελίδες με βασανιστήρια και αναστεναγμούς. Η ελληνική εκδοχή της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο Θανάσης σκεφτόταν. Για τον καπιταλισμό. Για τον έρωτα. Την Ελένη. Το σεξ.

Το σεξ την εποχή του θριάμβου του κεφαλαίου πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη. Το σεξ στην πλήρη του πεζότητα. Το σεξ παριστάνει το απενοχοποιημένο. Το αθώο. Το Καλό. Δεν είναι τίποτα. Σεξ έκαναν μόνο. Δεν σημαίνει τίποτα.

Τα σερνικά. Εσύ με πόσες έχει πάει; Χαχαχαχαχ! Έχει μονοψήφιο αριθμό. Τον Μαλλλάκκκα. Γιατί δεν ΤΙΣ γαμάς ρε; Μαλλλάκκκας είσαι; Ρε γάματες. Όλες γαμημένες είναι έτσι κι αλλιώς. Ακόμα και η μάνα σου ΓΑΜΗΜΕΝΗ είναι! Αφού γαμήθηκε για να σε κάνει.

Τα θηλυκά. Πόση την είχε; Α! Μόνο; Πάχος; Μμμ... Τουλάχιστον ήταν καλός; Μπράβο! Πόσες φορές; Ουάου! Και τι σου είπε; Θα ξαναβρεθείτε;

Η μόνη αλλαγή που έφερε το πέρασμα από την χριστιανική στην θεαματική ηθική είναι ότι η ερωτική επαφή έγινε από ταμπού ψυχαναγκασμός. Οι άνθρωποι δεν πορεύονται μέσα από την κοινωνία του γάμου ή μέσα από την αγαμία προς το Θείο. Οι άνθρωποι γαμιούνται. Οι περισσότεροι παριστάνουν ότι γαμιούνται. Οι άνθρωποι κύριος μιλάνε για το πως γαμιούνται και λιγότερο γαμιούνται. Οι άνθρωποι μετράνε τους ανθρώπους με τους οποίους γαμήθηκαν χωρίς να ντρέπονται. Κάποιοι δεν μετράνε γιατί απλά έχασαν τον λογαριασμό. Οι άνθρωποι καταναλώνουν ανθρώπους. Οι άνθρωποι γαμιούνται μετά από μια μικρή τελετουργία που λέγεται φλερτ. Εμετός. Έμετος με την ιατρική ορολογία. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι έχουν συνήθως το θράσος να κάνουν κριτική στην χριστιανική ηθική! Την θεωρούν ντεμοντέ...

Οι εμπειρίες που αποκομίζει ένας άνθρωπος στην ξέφρενη πορεία της νιότης του μεταφράζονται στο πόσες φορές θα ξυπνήσει το πρωινό της Κυριακής με έναν άγνωστο δίπλα του. Μόλις περάσει η πρώτη νιότη παντρεύονται όποιον βρεθεί τυχαία εκείνη την στιγμή στο κρεβάτι τους. Ο γάμος είναι μια τελετουργία. Το ζευγάρι αποκομίζει τελετουργικά τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας που του αναλογούν.

Η κρίση θα φέρει λιγότερη κατανάλωση. Η κρίση θα φέρει και λιγότερη κατανάλωση ανθρώπων. Η μονογαμία θα ξανάρθει στην μόδα. Τόσο ελεύθερος ήταν ο έρωτας ως τώρα... Ως τότε όμως.

Τα σερνικά. Και μου πήρε τσιμπούκι και μετά πήγε να με φιλήσει. Ουστ μωρή βρωμιάρα της λέω.
Τα θύλακα. Σιχαίνομαι να τα καταπίνω αλλά τι να κάνω. Μην με περάσει και για άβγαλτη.
Τα σερνικά. Και την γαμούσα, την γαμούσα, την γαμούσα. Της άρεσε της πουτάνας.
Τα θηλυκά. Και δεν τελείωνε με τίποτε. Παραλίγο θα με έπαιρνε ύπνος!

Ε, λοιπόν ναι. Άντε και γαμηθείτε όλοι σας σκέφτηκε ο Θανάσης και αποφάσισε να βγει για ένα ποτό. Το ποτό ήταν η δικαιολογία. Στην πραγματικότητα θα έψαχνε για την Ελένη.


Κάθισε στο μπαρ και παρήγγειλε ένα μπέρμπον. Δεν του άρεσε το μπέρμπον. Είχε φλώρικη αμερικάνικη γεύση και του έφερνε κατάθλιψη. Δεν μεθάς ωραία με μπέρμπον. Το κάθε ποτό σε μεθάει διαφορετικά. Το ούζο σε μεθάει σαν ναρκωτικό, το κρασί ντελικάτα ή κατανυκτικά ή νυσταλέα. Το μπέρμπον σε μεθάει σαν σκατά. Ωστόσο παρήγγειλε μπέρμπον γιατί ήθελε να νοιώσει σαν ήρωας σε αμερικάνικο νουάρ. Ρούφηξε την πρώτη γουλιά. Το μπέρμπον έδενε με την ατμόσφαιρα του μαγαζιού. Η πελατεία ήταν μεσοαστοί μαλάκες που τα Σάββατα κάνουν τους ψαγμένους και ακούνε τζαζ. Μαζί με το ποτό του σερβίραν και ένα σωρό μεζέδες. Λίγο ακόμα και το μπαρ θα έμοιαζε με ταβέρνα.

Δίπλα του κάθισε ένας σαραντάρης με απλό αλλά προσεγμένο ντύσιμο και στυλ έχω δει πολλά στην ζωή μου. Μαλακίες. Τίποτα δεν είχε δει. Απλώς στα νιάτα του άκουγε ροκ εν Ρολ. Παρήγγειλε μια μπίρα. Μια πράσινη. Την ήπιε από το μπουκάλι. Παραμέρισε επιδεικτικά το ποτήρι. Ο Θανάσης ήπιε μια γουλιά μπέρμπον. Γύρισε και τον κοίταξε επίμονα. Ο Αλέκος ρούφηξε ακόμα μια γουλιά μπίρας και του έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι του που σήμαινε κάτι ανάμεσα σε «θέλετε κάτι κύριε;» και σε «τρέχει τίποτα φιλαράκο;». Ο Θανάσης τότε τον ρώτησε: «Ξέρεις την Ελένη; Και μην ρωτήσεις ποια Ελένη γιατί θα αναγκαστώ να σου απαντήσω. Απλά απάντησε μου αν ξέρεις την Ελένη». Ο Αλέκος του απάντησε: «Όχι κύριε δεν ξέρω καμία Ελένη» ενώ σκεφτόταν από μέσα του «Ξέρω μια Ελένη παλιομαλάκα και αν συνεχίσεις με τις μαλακιές θα αναγκαστώ να σου πω ποια Ελένη ξέρω». Ο Θανάσης τότε έβγαλε ένα πεντάευρω, το ακούμπησε πάνω στο μπαρ δίπλα στην μπίρα του Αλέκου και είπε: «Μήπως αυτό βοηθάει την μνήμη σου;»

Ο Αλέκος τα ‘χασε. Ξαφνικά τα είχε θυμηθεί όλα! Του απάντησε μέσα στην παραζάλη του πως αν ένα πάθος δεν μπορεί να είναι τα πάντα τότε καλύτερα να μην είναι τίποτα και πως στην πραγματικότητα καλύτερα είναι να μην είναι τίποτα. Ιδρώτες και σάλια που πασαλείβονται μεταξύ τους, τρίχες που μπαίνουν στο στόμα μαζί με υγρά και η γεύση ομού κρέατος πασπαλισμένου με μια υποψία ξεραμένου κάτουρου. Και στο τέλος. Αυτή την τόσο έντονη στιγμή, γιατί να πρέπει να την μοιραστείς με κάποιον; Γιατί πρέπει να υπάρχει κάποια που θα γίνει μάρτυρας αυτών των τόσο προσωπικών σου ήχων και γκριματσών; Γιατί όλα αυτά; Τράβα μια μαλακιά καλύτερα να γλυτώσεις και το ξενύχτη.

«Ίσως μια λύση να είναι ο αγοραίος έρωτας τότε» του είπε ο Θανάσης. «Αγοραίος έρωτας;» ρώτησε ο Αλέκος συνεχίζοντας «να πληρώσω για να κάνω έρωτα; Να μετατρέψω τον έρωτα σε εμπόρευμα»; Ο Θανάσης τον κοίταξε ελαφρώς αηδιασμένος. Ρούφηξε άλλη μια γουλιά μπέρμπον «Σωστά. Ο έρωτας είναι κάτι ιερό που δεν μπορεί να εκπέσει σε εμπόρευμα. Όλη σου η ζωή, όλες σου οι σχέσεις είναι διαμεσολαβημένες από το εμπόρευμα. Το φαγητό που βάζεις μέσα σου, αυτό που σε συντηρεί στην ζωή είναι εμπόρευμα. Ένα εμπόρευμα που για να παραχθεί απαιτεί μια διαδικασία που δεν γνωρίζεις καν. Ενδεχόμενος να μην ξέρεις ούτε να μαγειρεύεις. Αλλά ο έρωτας είναι το κέντρο της ηθικής. Δεν μπορείς να το δεις ως εμπόρευμα. Να κεράσεις σφηνάκια το γκομενάκι απέναντι μπας και γαμήσεις όμως δεν είχες πρόβλημα. Μαλάκα! Ε, μαλάκα!»

Ο Αλέκος συνοφρυώθηκε. Ένοιωθε ταπεινωμένος. Ένα σφηνάκι είχε κεράσει μόνο. Αν ήξερε τουλάχιστον την Ελένη θα μπορούσε να τον είχε ξεφορτωθεί. Όμως δεν τολμούσε να αναρωτηθεί ούτε από μέσα του. Ήξερε πως κάθε φορά που θα ρωτούσε ακόμα και τον εαυτό του «ποια Ελένη;» η απάντηση θα ήταν πάντα η ίδια.

Τάσσιος Θήτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

για επικοινωνία

tassiosthita@gmail.com