Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Τόσκα

Το καφέ είναι σχεδόν άδειο. Η πόρτα είναι ανοιχτή για να στεγνώσει γρηγορότερα από το πρωινό σφουγγάρισμα και η φτηνή μυρωδιά που καμώνεται το λεμόνι έχει επιβληθεί σε αυτές των αναθυμιάσεων του μπαγιάτικου αλκοόλ και των αποτσίγαρων. Η Τόσκα έχει μόλις τελειώσει με την καθαριότητα του μαγαζιού και προσπαθεί να χαρεί τις ανοιξιάτικες ακτίνες του πρωινού ήλιου. Μάταια.

Στην μπάρα του καφέ δεν κάθεται μόνο ο μοναχικός τύπος που είναι απορροφημένος στις σκέψεις του. Είναι τον τελευταίο καιρό κάθε μέρα εκεί. Δεν ενοχλεί. Είναι ευγενικός, δεν μιλάει σε κανέναν, κάπου κάπου χαμογελάει και στο τέλος αφήνει και κάνα τιπ. Όμως στην μπάρα κάθεται και ο Ηλίας. Το "λαγωνικό" όπως του αρέσει να αποκαλεί τον εαυτό του μεταχειριζόμενος την αμετροέπεια όλης της γης για ίδιων όφελος. Ο Ηλίας είναι σαραντάρης, ασπριδερός, με ξανθοκόκκινα γένια δυο ημερών μονίμως φυτρωμένα στα πλαδαρά μάγουλα του. Παρά την μόνιμη αξυρισιά του κάθε πρωί μυρίζει άφτερ σέιβ. Άφτερ σέιβ ανακατεμένο με την πρωινή φυσική του μυρουδιά. Είναι πλαδαρός και εύσωμος. Φοράει ανοιχτόχρωμο σακάκι και τζιν. Παντοφλέ παπούτσια χωρίς κάλτσα. Έχει ύφος μπούλη που του έδωσαν πόστο με εξουσία. Είναι μπούλης που του έδωσαν πόστο με εξουσία. Ο Ηλίας είναι δημοσιογράφος σε εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας και όχι ιδιαίτερου κύρους. Εκεί που το έγκλημα συναντάει την σόου μπιζ. Εκεί που κάποτε λεγόταν κίτρινος τύπος και τώρα ταμπλόιντ. Ο Ηλίας είναι δημοσιογράφος του αστυνομικού δελτίου. Συνεργάζεται και με κάποιους τηλεοπτικούς σταθμούς. Έχει και το δικό του μπλογκ.

"Δεν μπορώ να καταλάβω τι βρίσκεις σε αυτόν τον μαλάκα" ακούγεται η πνιγμένη στην χολή φωνή του Ηλία. Η Τόσκα δεν απαντάει. Μόνο συνεχίζει τις δουλειές της. Κάπως πιο νευρικά. "Γιατί το να αφήνεις ένα τέτοιο πλάσμα να χαλάει τα χεράκια του πλένοντας ποτήρια και φτιάχνοντας καφέδες πρέπει να είσαι και πολύ μαλάκας!" φωνάζει ο Ηλίας σχεδόν υστερικά. "Έτσι δεν είναι ρε φίλε;" συνεχίζει απευθυνόμενος στον μοναχικό τύπο στην άκρη του μπαρ. Ο μοναχικός τύπος σηκώνει το κεφάλι του για να επιβεβαιώσει ότι μιλάει σε αυτόν. Σε όλη την διάρκεια της κίνησης του ελπίζει να μην μιλάει σε αυτόν. Κι όμως. Βρέθηκε ο μαλάκας που θα τον βγάλει από τις σκέψεις του. Κοιτάει την Τόσκα. Πράγματι είναι πολύ όμορφη. Σηκώνει τους ώμους του σε στυλ δεν ξέρω - μην με απασχολείς με μαλακίες - μην με βγάζεις από τις σκέψεις μου - δεν ξέρω τα έθιμα της φυλής σου τιποτένιε Νεάντερταλ και περιορίζεται σε μια γκριμάτσα απορίας αντί για απάντηση. "ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΑΛΑΚΑΣ" συνεχίζει φωνάζοντας ο Ηλίας.

"Με τέτοια φωνή που έχεις και με τις γνωριμίες μου τώρα πλατινένιους δίσκους θα έκανες και εσύ κάθεσαι με τον αποτυχημένο που θα βγει από την φυλακή σε δέκα χρόνια έτσι πως τα'κανε.  Κάτσε τώρα να ζητιανεύεις κανένα μεροκάματο σε μουσικές σκηνές μπας και γλυτώσεις από το σερβιτοριλίκι. Κάτσε φάε την ζωή σου να μαζεύεις λεφτά να στέλνεις στον μαλάκα σου. Πάρτο χαμπάρι. Δεν πρόκειται να βγει. Έχει κάνει κι άλλα ο κανακάρης σου που ακόμα δεν τα ξέρουν ούτε οι μπάτσοι ούτε ο εισαγγελέας. Καλομελέτα! Σε δέκα χρόνια θα βγει ο μαλάκας σου. Έχω στοιχεία φωτιά κουκλίτσα μου. Έχω κάνει έρευνα. Το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλα παλικάρια και μαθαίνει". Ο Ηλίας γυρνάει στον μοναχικό τύπο και του λέει σαν να είναι στην ίδια παρέα. "Γιατί ο κύριος τόσο καιρό μας έλεγε πως το μόνο που έκανε ήταν να βοηθήσει τον φίλο του που ήταν καταζητούμενος και επειδή δεν βρέθηκαν στοιχεία να τον εμπλέκουν αλλού ο εισαγγελέας έκανε πως το πίστεψε και δεν του έβαλε άλλες κατηγορίες. Όμως δεν είμαστε όλοι τόσο μαλάκες όσο οι μπάτσοι! Γιατί εμείς δεν είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι να έχουμε σίγουρο τον μισθό μας. Εμείς φίλε μου πρέπει να κάνουμε έρευνα για το μεροκάματο. Και η έρευνα αποφέρει καρπούς! Φέρνει στοιχεία! Και τα στοιχεία καίνε!"

Η Τόσκα νοιώθει εγκλωβισμένη. Νοιώθει να πνίγεται. Σιχαίνεται τον Ηλία. Αυτή η κυριαρχικότητα του, βασισμένη όχι στο φαρδύ του στέρνο αλλά στην εξουσία της δουλειάς του δεν της δημιούργησε ποτέ κανέναν ερωτισμό αλλά μονάχα αηδία. Το πέος του το φαντάζεται σαν το μαρκούτσι του γυναικολόγου. Σαν εχθρό κακορύζικο. Χωρίς καμιά διάθεση να του παραδοθεί. Βρίσκει μιαρό το να παραδοθεί σε ένα τέτοιο αρσενικό. Σε έναν τέτοιο αντίπαλο. Χρόνια και χρόνια τώρα οι ίδιες σπόντες. Στις μουσικές σκηνές που αυτή τραγουδούσε και αυτός ήταν, φοιτητής ακόμα, στην υποδοχή με ύφος και κόμη Αλπατσίνο. Ναι. Σε μια λέξη. Ποτέ του δεν μπόρεσε να χωνέψει πως αυτή η ένωση δεν μπορεί να γίνει. Γιατί για τον Ηλία η άρνηση δεν είναι επιλογή του άλλου. Είναι απλά διαφορετικός βαθμός δυσκολίας. Είναι ένα καψώνι για το οποίο πρέπει να εκδικηθεί.

Από τότε που ο φίλος της Τόσκα μπήκε φυλακή ο Ηλίας θεωρεί ότι ο στόχος του είναι πιο κοντά. Θα το καταφέρει. Θα το καταφέρει! Θα το καταφέρει το πουτανάκι να του κάτσει. Να του κάτσει! ΚΑΤΣΕΙ! Εκεί, σε αυτήν την λέξη συμπυκνώνονταν όλη η ουσία της επιθυμίας του. Δεν ήθελε να κάνουν κάποια πράξη από κοινού ή έστω να της κάνει αυτός μια πράξη. Με άλλα λόγια δεν ήθελε να γαμηθούν ή πιο ειλικρινά να την γαμήσει. Ήθελε να του κάτσει. Απλά να του κάτσει. Ακόμα και το γαμήσι είναι για τον Ηλία ένα εμπορικό αλισβερίσι. Ένα ντιλ. Για τον Ηλία η πούτσα είναι ένα σιχαμερό εργαλείο κυριαρχίας. Της επισφράγισης της. Το σεξ για τον Ηλία δεν είναι μια τελετουργική αναπαράσταση του μύθου που θέλει το αρσενικό να κυριαρχεί στο θηλυκό αλλά αντίθετα η επιβεβαίωση του. Αυτό το καταλαβένει η Τόσκα και δεν κολακεύεται καθόλου από την πολιορκία του. Απλά δυσφορεί. Νοιώθει εγκλωβισμένη. Πνίγεται. Τον σιχαίνεται. 

Ο Ηλίας της μιλάει για στοιχεία. Για ένα σημείο σε κάποιο βουνό που υπάρχουν κριμένα όπλα. Που οι μπάτσοι δεν ξέρουν. Που οι μπάτσοι ακόμα δεν ξέρουν. Όπλα που μπορούν να αποκαλύψουν αδικήματα. Που μπορούν να αποδείξουν πλήθος κακουργημάτων. Που εμπλέκουν τον φίλο της. Που είναι ικανά να θάψουν ζωντανό τον φίλο της για καμιά δεκαετία και βάλε στη φυλακή. Την καλεί σπίτι του για ποτό και να της εξηγήσει πως έχουν τα πράματα. Με γλυκερό ύφος κατακτητή. Με το ύφος του νικητή που κέρδισε από συγκυρία την μάχη. Με το ύφος αυτού που ξέρει ότι δεν του είναι χρεωμένο να νοιώσει για πολύ αυτό το συναίσθημα. Πρέπει να πέσει λαίμαργα και πεινασμένα πάνω του. Να προλάβει να το χαρεί. Να μην αφήσει ούτε κοκαλάκι άγλυφτο. Χωρίς καμιά μεγαλοπρέπεια.

Το καφέ είναι και σήμερα άδειο. Ο μοναχικός τύπος στην γνωστή θέση του. Ακούγεται μια μελωδία αγνώστου ταυτότητας. Ακούγεται η βρύση που στάζει. Πλιτς πλατς, πλιτς πλατς. Ακούγεται ο ήχος από τα λεμόνια που κόβει η Τόσκα. Κτουκ κτουκ κτουκ. Η Τόσκα προσπαθεί με της κινήσεις της να μην ακουμπάει τον εαυτό της. Τα μπράτσα της είναι σε ασφαλή απόσταση από τα πλευρά της. Συχαίνεται τόσο τον εαυτό της. Θυμάται το προηγούμενο βράδυ. Θυμάται το ύφος του Ηλία. Πως αντλούσε ηδονή και μόνο από το γεγονός ότι της είναι απωθητικός. Πως όσο αυτή τον σιχαινόταν τόσο αυτός καύλωνε. Τον θυμάται με το πλαδαρό και λιπαρό σώμα του να χτυπιέται πάνω της με εκδικητική μανία. Τον θυμάται να χύνει το δηλητήριο του βρίζοντας και τσιρίζοντας με κατακόκκινο πρόσωπο. Σιχαίνεται τον εαυτό της. Η μόνη παρηγοριά της ήταν πως ότι έγινε ήταν για καλό σκοπό. Πως δεν υπέκυψε στον έρωτα με έναν ξένο προδίδοντας τον φίλο της αλλά αντίθετα υπέκυψε στην ανάγκη για να σώσει τον φίλο της. Πρέπε να ξεχάσει. Ο Ηλίας δεν θα δώσει τις πληροφορίες στους μπάτσους. Είχε γλυτώσει από τα χειρότερα. Η βρύση κάνει πλιτς πλατς και το μαχαίρι κάνει κτουκ κτουκ κτουκ.

Μπαίνει ο Ηλίας. Κάθεται στο μπαρ αλλαζονικός και αφήνει με άνεση την εφημερίδα σε σημείο που να μπορεί η Τόσκα να την δει. Η Τόσκα αποφεύγει να τον κοιτάξει. Κόβει λεμόνια. Κτουκ κτουκ. Το μάτι της πέφτει στην εφημερίδα. Οι τίτλοι λένε για μια μυστική κρυψώνα με όπλα που η αστυνομία, η οποία λοιδωρείτε ως ανίκανη, δεν έχει βρει ακόμα. Η Τόσκα αρχίζει να βλέπει την εικόνα με χιονάκια. Του λέει μα είπες πως... Της λέει: Σε γάμησα και μιλάς; Είπα δεν θα πάω να το πω στους μπάτσους. Όχι δεν θα γράψω άρθρο. Δουλειά μου είναι. Σιγά μην χαλάσω την καριέρα μου για ένα μουνί. Τώρα πάει. Σε γάμησα. Ας πρόσεχες. Άλλη φορά στις συμφωνίες να διαβάζεις και τα ψιλά γράμματα. Να σου γίνει μάθημα. Δεν φταίω εγώ. Ας πρόσεχες. Η Τόσκα σταματάει το κτουκ κτουκ. Σταματάει να κόβει λεμόνια. Η εικόνα αρχίζει να τρέμει. Ακούγεται μόνο το πλιτς πλατς της βρύσης. Τα βλέπει όλα γύρω της να τρέμουν. Οι ώμοι της. Ο σβέρκος της. Τους νοιώθει άκαμπτους. Όλα γύρω τη σκοτεινιάζουν. Κλείνει τα μάτια.

Όταν τα ανοίγει. Όταν συνέρχεται. Βλέπει το πλαδαρό σώμα του Ηλία ξαπλωμένο στο έδαφος. Δεν ξεχωρίζει πρόσωπο. Έχει παραμορφωθεί από της μαχαιριές. Κρατάει ακόμα το μαχαίρι. Πηγαίνει από πάνω του. Τον φτύνει. Ο μοναχικός τύπος στην άλλη άκρη του μπαρ χαμογελάει για πρώτη φορά. Είναι φανερά ικανοποιημένος. Η Τόσκα κρατάει ακόμα το μαχαίρι. Το μπήγει στις πίσω πλευρές των καρπών της. Σκίζει τις φλέβες τις και ο ήχος ακούγεται. Βγαίνει περπατώντας αργά έξω από το μαγαζί. Ο μοναχικός τύπος σταματάει να χαμογελά.

3 σχόλια:

bezmotivnik είπε...

Όχι άλλα happy endings! γιατί θα πιάσει η Χ.Α. 70%!

Τάσσιος Θήτα είπε...

ε, τι happy end; αφού αυτοκτόνησε στο τέλος.

bezmotivnik είπε...

νικάει και αυτοκτονεί, λυτρώνεται μέσα απ' την ατομική διέξοδο. οι θεατές μένουν ικανοποιημένοι και οι άλλες τόσκες στα πόστα τους.

άσχετο: το είδες αυτό; http://kopanakinews.wordpress.com/2012/05/03/%CE%B7-%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-kazanlashka-roza-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%AD%CE%BA/

για επικοινωνία

tassiosthita@gmail.com