Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Ουφ!

Κλείνω το βιβλίο της Ιλιάδας. Το συμπέρασμα μου: Ένα μάτσο καθάρματα που αλληλοσκοτώνονται. Τόσο αίμα, τόση πουστιά και τόση ωμή θεϊκή παρέμβαση δεν υπάρχει ούτε στην Παλαιά Διαθήκη. Ούτε καν στο Χόλιγουντ. Το πρώτο νουάρ. Η λογοτεχνία δεν αξίζει. Γιατί η λογοτεχνία είναι βαρετή. Γιατί η λογοτεχνία απευθύνεται σε ανθρώπους του πνεύματος και καταπιάνονται μαζί της άνθρωποι του πνεύματος. Ψάχνουν σπάνιες λέξεις για να εκφράσουν κοινότυπες εμπειρίες. Μπορείς να διηγηθείς μια ιστορία που να καθηλώσει χρησιμοποιώντας μια γκάμα χιλίων λέξεων; Γράψε. Αλλιώς μην γράψεις. Γιατί η ιστορία σου δεν αξίζει να ειπωθεί. Γιατί αξίζει να ειπωθεί μόνο ότι αξίζει να βιωθεί. Και αξίζει να βιωθεί μόνο ότι είναι πραγματικό. Και η πραγματικότητα είναι φτωχή. Στεγνή σαν ξενερωμένη ερωμένη. Στυγνή σαν πραγματικότητα.

Σκέφτομαι πως το βιβλίο της Ιλιάδας με είχε ταλαιπωρήσει μέχρι να το ολοκληρώσω. Περνούσα κεφάλαια διαβάζοντας βιαστικά. Σαν αγγαρεία. Σκέφτομαι πως το διάβασμα τελικά είναι σαν το γαμήσι και σαν την ζωή. Σκοπός είναι να τελειώσεις. Αλλά όχι από την αρχή. Αλλά όχι αφού έχει προηγηθεί απλά μια μηχανική διαδικασία. Όχι χωρίς φωνές. Όχι χωρίς λίγο πόνο. Το φινάλε είναι ο σκοπός αλλά η πορεία του ως εκεί το καθορίζει. Στην ζωή, στο διάβασμα, στο γαμήσι.

Περπατάω στον δρόμο. Στο πεζοδρόμιο. Εισπνέω μιζέρια με καυσαέριο. Περπατάω. Ένα σύννεφο μιζέριας έχει πέσει πάνω στην πόλη. Η ζωή πια είναι δύσκολη. Πάντα ήταν. Τώρα είναι αλλιώς. Της λείπουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που την κάνουν ζωή. Που μπορούν να την ονομάσουν ζωή. Ζούμε την δικτατορία της οικονομίας. Σε όλη της την έκταση και σε όλο της το βάθος. Όλοι γύρω μιλάνε για την Ανάπτυξη. Εξηγούν γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Για την Ανάπτυξη. Γιατί η ζωή είναι σκατά. Για την Ανάπτυξη. Γιατί υπάρχει φτώχεια. Γιατί υπάρχουν πόλεμοι. Γιατί υπάρχει πείνα. Για την Ανάπτυξη. Γιατί υπάρχει η καταναγκαστική μισθωτή εργασία. Γιατί υπάρχει και η έλλειψη της. Γιατί υπάρχει μιζέρια. Για την Ανάπτυξη. Η Ανάπτυξη είναι το απόλυτο Καλό. Είναι το Καλό. Αρκεί για να δικαιολογήσει τα πάντα. Η ανθρωπότητα θυσιάζεται για να εξευμενιστεί η Ανάπτυξη.

Δεν με ενδιαφέρουν όλα αυτά. Πρέπει να φάω. Δεν έχω λεφτά. Δεν έχω δουλειά. Δεν είχα δουλειά ακόμα και όταν υπήρχαν δουλειές. Δεν μου αρέσει η δουλειά. Δεν βρίσκω κανένα νόημα στην αφηρημένη εργασία. Προτιμάω να ζω σαν καρποσυλλέκτης. Σαν κυνηγός. Κλέβοντας τα μέσα της ύπαρξης μου από το άνδρο των εχθρού. Από τα ράφια των σούπερ μάρκετ. Έτσι μόνο αξίζει. Περπατάω. Το ξέρω. Το ξέρω. Δεν αλλάζει τίποτα έτσι. Αλλά και πως αλλιώς. Αν είναι στις πράξεις μας να μην βρίσκουμε τον εαυτό μας. Τότε οι πράξεις μας δεν είναι δικές μας. Γιατί είμαστε οι πράξεις μας. Οι πράξεις μας και όχι οι προθέσεις μας. Οι πράξεις μας δεν μας χαρακτηρίζουν απλά. Μας καθορίζουν. Και το πως κερδίζει κανείς τα μέσα της ύπαρξης του ακόμα παραπάνω.

Σκέφτομαι. Η κοινωνία. Η ανθρωπότητα. Έχουν απολέσει κάθε ικανότητα ελέγχου πάνω στη ζωή. Το κεφάλαιο έχει ρημάξει τα πάντα. Ακόμα και η ακροδεξιά έχει χάσει την αγνότητα της. Δεν καταδιώκουν πλέον μετανάστες, αντιφρονούντες και εγκληματίες επειδή το πιστεύουν. Επειδή τους θεωρούν απειλή. Τους καταδιώκουν γιατί είναι μια συμφέρουσα επένδυση. Επειδή η βιομηχανία της καταστολής είναι μια συμφέρουσα επένδυση. Η καταστολή είναι μια βιομηχανία. Τα εμπορεύματα της πρέπει να πουληθούν. Η κοινωνία. Η ανθρωπότητα. Έχουν απολέσει κάθε ικανότητα ελέγχου πάνω στην ιστορία. Την ατενίζουν μοιρολατρικά. Επιμένουν να πιστεύουν κόντρα στις νουθεσίες του Μαρξ πως η ιστορία θα επαναληφθεί. Πως θα συμβούν τα ίδια πράγματα με διαφορετικά πρόσωπα και διαφορετικό φόντο. Είναι ικανοί να περιμένουν έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο με τους όρους που διεξήχθησαν οι δυο πρώτοι και ανίκανοι να καταλάβουν ότι αυτός διεξάγεται εδώ και δεκαετίες. Είναι ικανοί να περιμένουν πογκρόμ εναντίον των Εβραίων και ανίκανοι να καταλάβουν ότι αυτό εξαπολύεται ήδη ενάντια στους Άραβες.

Περπατάω. Ο Μαρξ. Ο Μαρξ. Ο Μαρξ. Αν ο Μαρξ δεν ήταν αυτό που ήταν θα γινόταν σίγουρα επικός ποιητής. Του πάει. Ο Ντεμπόρ. Ο Ντεμπόρ. Μαλακίες. Ένας εξυπνάκιας με ροπή στο ποτό. Ήταν από την αρχή καταδικασμένος να γίνει αυτό που έγινε.

Μπαίνω στο σούπερ μάρκετ. Οι ταμίες στα ταμία. Οι χαμάλιδες στα ράφια. Οι ταμίες χτυπάνε κωδικούς και μαζεύουν λεφτά. Οι χαμάλιδες τοποθετούν εμπορεύματα στα ράφια. Ζωή κι αυτή. Έχω την λίστα με τα χρειαζούμενα έτοιμη. Την τσάντα μισάνοιχτη. Γεμίζω το καλάθι. Μπαίνω στο ασανσέρ. Μια πινακίδα προειδοποιεί: Υπάρχει κάμερα. Όχι έτσι αλλά επίσημα. Σε στυλ: για την ασφάλεια σας ο χώρος ελέγχεται από κλειστό κύκλωμα και τα τέτοια. Την κοιτάω. Κοντοστέκομαι. Μπλόφα, αποκρίνεται στον εαυτό μου. Δεν υπάρχει τίποτα. Μπαίνω μέσα και αρχίζω να γεμίζω την τσάντα μου με εμπορεύματα. Χωρίς αδρεναλίνη πια. Σαν κάτι φυσικό. Μα είναι κάτι φυσικό. Βγαίνω από το ασανσέρ. Κάνω μια βόλτα. Ένας υπάλληλος με στραβοκοιτάζει. Ιδέα μου είναι. Ιδέα μου θα είναι σκέφτομαι. Πηγαίνω στα ράφια με τα κωλόχαρτα. Μεγάλα σε όγκο και σε προσφορά. Δεν χωράνε στην τσάντα και αξίζουν τα λεφτά τους. Θα τα αγοράσω για το ξεκάρφωμα. Ο υπάλληλος κοιτάει ξανά. Δεν είναι υπάλληλος αλλά υπάνθρωπος. Καριόλη. Πούστη. Τι κοιτάς; Σκέφτομαι. Είναι η ιδέα μου. Μήπως μ' έφαγαν; Μπα. Είναι η ιδέα μου. Κατεβαίνω από τις σκάλες. Κατευθύνομαι προς τα ταμεία. Ο υπάλληλος από πίσω. Πούστη καριόλη. Προλαβαίνω να ξεφορτώσω διακριτικά. Όχι. Είναι ζήτημα ηθικών αρχών. Δεν κάνω πίσω. Ότι είναι να γίνει ας γίνει. Λάθος.

Περιμένω στο ταμείο. Φτάνει η σειρά μου. Καρτούλα έχετε. Τσουκ. Χαμογελάω. Δίνω τα κωλόχαρτα. Δυο ευρώ. Νταξ την έβγαλα και για σήμερα με δυο ευρώ. Παρμεζάνα, σολομό, λιαστή ντομάτα, ρύζι αρμπόριο, αποξηραμένα μανιτάρια πορτσίνι. Α! Και ψωμί του τοστ. Κάνω να φύγω. Άραγε θα χτυπήσει ο συναγερμός στην έξοδο; Είναι το τελευταίο οχυρό του εχθρού. Τρία βήματα ακόμα. Δύο ακόμα. Μια φωνή. Με συγχωρήτε λίγο μπορείτε να με ακολουθήσετε; Όχι ρε καριόλη δεν μπορώ σκέφτομαι. Τα χάνω. Λέω ναι.

Το σώμα του τύπου με την φωνή. Το μυώδες και πιθηκίσιο σώμα του σεκιούριτι, δεν μου δίνει επιλογές διαφυγής. Δεν μ' ακουμπάει καν αλλά μου φράζει τον δρόμο. Το ηλίθιο μούτρο του λάμπει από την αναμονή της επικείμενης επιτυχίας. Η επιβράβευση που προσμένει είναι πιο σημαντική κι από τον μισθό του. Τον ολοκληρώνει σαν άνθρωπο. Σαν πλάσμα. Με οδηγεί με το σώμα του. Με οδηγεί στο βάθος του καταστήματος. Έπρεπε να είχα τρέξει με το που άκουσα την φωνή του. Τώρα έχασα πολύτιμο χρόνο. Πολύτιμα δευτερόλεπτα. Δεν μπορώ να ξεφύγω. Ψάχνω τρόπο. Τίποτα. Σκατά. Το σεκιούριτι με οδηγεί σε ένα μικρό δωμάτιο. Σαν γραφείο. Σαν ανακριτικό γραφείο. Μου λέει να περιμένω. Ψάχνω γύρο μου. Τι θα γίνει άραγε; Θα φωνάξουν τους μπάτσους; Θα με βάλουν να πληρώσω; Την αξία τους; Στο πολλαπλάσιο; Τι; Θα με αφήσουν με μια επίπληξη; Τι δικαιολογία να πω; Να κάνω τον μετανοημένο; Τον παραστρατημένο; Να περάσω στην αντεπίθεση; Τι; Σκατά.

Η πόρτα ανοίγει. Ένας ζαρωμένος και γραβατωμένος ανθρωπάκος με καράφλα μπαίνει με ύφος Ναπολέοντα και χτυπάει με δύναμη την πόρτα πίσω του. ΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΕΔΩ;! Ουρλιάζει. Τον κοιτάω. Βαράει με δύναμη το χέρι του στο γραφείο. Άνοιξε την τσάντα με προστάζει γκαρίζοντας. Είναι ο διευθυντής. Το γράφει στο ταμπελάκι. Άραξε στα κυβικά σου τού λέω. Άνοιξε την τσάντα επιμένει. Χάνω την γαλήνη μου. Δεν δυσανασχετώ πια. Δυσφορώ! Είμαι ενοχλημένος από την αγένεια του. Φανερά ενοχλημένος. Υπακούω. Δεν έχω επιλογή. Ανοίγω αργά την τσάντα. Πιο γρήγορα γκαρίζει. Ότι θέλω θα κάνω του απαντάω. Βγαίνει έξω και φωνάζει το σεκιούριτι. Το σεκιούριτι μπαίνει με αγριεμένο ύφος. Μου λέει: Κάνε ότι σου λέει ο κύριος διευθυντής. Σου έχουν και σπιτάκι του λέω ή κοιμάσαι στην γωνία σου; Με πιάνει από τον γιακά. Ο βραχίωνας του είναι πιο χοντρός από τον λαιμό μου. Με σηκώνει όρθιο. Κοιτάει τον διευθυντή. Περιμένει το μπράβο. Ο διευθυντής λάμπει από ικανοποίηση. Ευτυχώς η εξουσία του πιάνει. Ακόμα και αν χρειαστεί να καταφύγει στη βία αντί για τον πειθαναγκασμό ή τον ψυχαναγκασμό. Ακόμα και έτσι αλλά πιάνει. Με παρατάει απότομα στην καρέκλα. Χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο. Πονάω. Ο εκνευρισμός από το χτύπημα είναι σαν ένα μικρό ανθρωπάκι που θέλει να βγει από τα πνευμόνια μου. Βαριανασαίνω.

Το σεκιούριτι ανοίγει την τσάντα και την γυρνάει ανάποδα. Τι έχουμε εδώ ρωτάει. Μπα, λέει, σολομός, λιαστή ντομάτα, παρμεζάνα, μανιτάρια πορτσίνι και ρύζι αρμπόριο! Έχουμε και ακριβά γούστα. Τι ακριβά βρε μαλάκα του λέω αφού δεν τα αγόρασα. Το ζήτημα για εμένα είναι ο όγκος όχι η τιμή. Ηλίθιε! Μου δίνει μια μπουνιά. Σχεδόν δεν έβαλε δύναμη αλλά εγώ βλέπω αστράκια. Είσαι κλεφτρόνι πολυτελείας δηλαδή και μου το παίζεις και επαναστάτης; Πλουσιόπαιδο! Χωρίς πολυτέλειες δεν μπορείς να ζήσεις; Συνέρχομαι. Τι να κάνω του λέω. Σαν κι εσένα θες να είμαι; Να την βγάζω με σκυλοτροφές; Με κλοτσάει στα νεφρά. Πλουσιόπαιδο! Γκαρίζει. Βήχω. Πονάω.

Ο διευθυντής έρχεται από πάνω μου. Μου λέει: αν ζητούσες συγνώμη θα σε άφηνα. Εσύ θέλησες να κάνεις τον έξυπνο. Πες μου πού θα οδηγούνταν η κοινωνία μας αν αφήναμε ατιμώρητους τους κλέφτες. Του λέω: Και τώρα πού οδηγήθηκε βρε παλιομαλάκα; Το γαμημένο σούπερ μάρκετ σου κάθε μήνα πετάει τόνους φαγητού που δεν πουλήθηκε ενώ απ' έξω ζητιανεύουν άνθρωποι που δεν έχουν να φάνε. Τι θα γινόταν λοιπόν; Απλά δεν θα πεινούσε κανένας. Μου λέει: Θα σε αφήσω να το σκεφτείς καλύτερα. Κάνει νόημα στο σεκιούριτι. Βγαίνουν και κλειδώνουν την πόρτα. 

Οι ώρες περνάνε. Ο θυμός δίνει την θέση του στην απελπισία και ανάποδα. Καταστρώνω σχέδια εκδίκησης. Σχέδια διαφυγής. Καριόληδες. Καριόληδες. Θα σας γαμήσω. Θα σας γαμήσω. Θα μάθω που μένετε. Θα σας εκδικηθώ. Μπινέδες. Μουνιά. Μουνόπανα. Αρχίδια. Θα δείτε. Με έχουν κλεισμένο σε ένα δωμάτιο οι καριόλες. Με ποιο δικαίωμα. Θα τους γαμήσω. Τα νεύρα και η απελπισία μου με φέρνουν σε απόγνωση. Κλαίω. Σηκώνομαι. Φωνάζω. Κλοτσάω τον τοίχο. Ακούω την πόρτα να ανοίγει. Κλαίω. Είμαι εξοργισμένος.  Βλέπω την κεφάλα του σεκιούριτι. Παίρνω την καρέκλα στα χέρια μου. Καριόλιδες θα πληρώσετε!  Του την φέρνω με δύναμη στο κεφάλι. Το σεκιούριτι κάνει γκτουμπ. Εγώ κάνω ουφ. Ακολουθεί ο διευθυντής. Δεν έχει καταλάβει τι φάση. Του κατεβάζω και αυτουνού μια καρεκλιά. Κατάλαβε μια καλή. Παίρνω την τσάντα μου. Την γεμίζω με τα κλοπιμαία μου. Βγαίνω από το κατάστημα. Στην έξοδο ένας μελαψός ζητιανεύει. Του δίνω τον σολομό, την λιαστή ντομάτα, το πορτσίνι, την παρμεζάνα και το ρύζι αρμπόριο. Μου λέει: κόκα κόλα;

Τάσσιος Θήτα
24.02.2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

για επικοινωνία

tassiosthita@gmail.com